Τετάρτη, 10 Μαΐου 2017

Ο Πούτιν αλλάζει την ατζέντα του συριακού



Η Ρωσία, το Ιράν και η Τουρκία έχουν συμφωνήσει να είναι οι εγγυήτριες δυνάμεις σε μια κατάπαυση του πυρός που θα διαρκέσει 6 μήνες και θα ισχύει σε 4 περιοχές της Συρίας –στην επαρχία Ιντλίμπ και τμήματα των γειτονικών επαρχιών, στην Ανατολική Γκούτα (στη Δαμασκό), στη βόρεια Χομς και περιοχές γύρω από τις επαρχίες Νταράα κα Αλ Κουνέιτρα, με σκοπό την αποκλιμάκωση της βίας, την διευκόλυνση της πρόσβασης της ανθρωπιστικής βοήθειας και την βελτίωση των συνθηκών για μια πολιτική διευθέτηση.
Ο απεσταλμένος του ΟΗΕ Staffan de Mistura εξήρε την συμφωνία ως ένα «ελπιδοφόρο και θετικό βήμα προς τη σωστή κατεύθυνση». Με τη συμφωνία της Αστάνα ο Πούτιν έχει αλλάξει εκ νέου τη συζήτηση για τη Συρία, κάνοντας σαφές στην Ουάσιγκτον ότι η πορεία για την πολιτική διευθέτηση και την ήττα του Ισλαμικού Κράτους και της Αλ Κάιντα περνά από την Μόσχα.
Μόλις τον περασμένο μήνα η συνεργασία ΗΠΑ-Ρωσίας στη Συρία, την οποία ο πρόεδρος Τραμπ είχε προτείνει κατά την προεκλογική του καμπάνια, φαινόταν να βρίσκεται σε μηχανική υποστήριξη. Υπήρξε μια διεθνής κατακραυγή λόγω των ισχυρισμών ότι η συριακή κυβέρνηση χρησιμοποίησε χημικά όπλα εναντίον πολιτών στην πόλη Khan Sheikhoun, σκοτώνοντας πάνω από 90 ανθρώπους. Οι υπηρεσίες πληροφοριών είχαν αξιολογήσει ως «υψηλού επιπέδου αξιοπιστίας» την πληροφορία ότι οι συριακές δυνάμεις είχαν χρησιμοποιήσει χημικά όπλα εναντίον της πόλης αυτής στην επαρχία Ιντλίμπ, στις 2 Απριλίου, και απήντησαν με μια πυραυλική επίθεση σε μια συριακή. αεροπορική βάση. Η ρωσική κυβέρνηση απέρριψε τις κατηγορίες των ΗΠΑ για τη συριακή επίθεση, καταδικάζοντας τα αμερικανικά πυραυλικά κτυπήματα και αποχώρησε από τις αμερικανο-ρωσικές συμφωνίες για την αποφυγή της σύγκρουσης στη Συρία.

Πέμπτη, 27 Απριλίου 2017

Η προέλαση του συριακού στρατού είναι ο λόγος των αντιδράσεων



Την εβδομάδα που μας πέρασε, τα κυβερνητικά στρατεύματα της Συρίας, χωρίς να γίνει αντιληπτό από τα διεθνή μέσα ενημέρωσης, πέτυχαν δύο σημαντικές νίκες, συγκρίσιμες από στρατηγικής απόψεως με την ανακατάληψη της Παλμύρας. Όπως έχει διαμορφωθεί η κατάσταση του μετώπου, μπορούμε μάλλον να μαντέψουμε τον επόμενο μεγάλο στόχο της Δαμασκού. Κι αυτός είναι η επαρχία Ιντλίμπ, που βρέθηκε πρόσφατα στο κέντρο του σκανδάλου με τη χρήση χημικών όπλων. Αλλά υπάρχουν και άλλοι λόγοι, στα άλλα μέτωπα, που χαροποιούν την κυβέρνηση της Συρίας.
Στα σύνορα με τον Λίβανο, στα νοτιοδυτικά, μια τεράστια για τα δεδομένα της χώρας περιοχή, όπου δρούσαν για χρόνιαδιάφορες ομάδες τζιχαντιστών, πέρασεουσιαστικά χωρίς μάχη στον έλεγχο της Δαμασκού. Μεγάλο μέρος των μαχητών, σε συμφωνία με τις κυβερνητικές δυνάμεις, εγκατέλειψαν τη ζώνη από τη Δαμασκό έως και τα υψίπεδα του Γκολάν και τα σύνορα με το Λίβανο μεταφέρθηκαν στην Ιντλίμπ.
Απέμειναν μόνον δύο μικροί κωμοπόλεις κοντά στα σύνορα, που δεν έχουν ακόμη συμμετάσχει στη συμφωνία. Πρόκειται για τις περιοχές που είχαν αντέξει για καιρό την πολιορκία και για τις οποίες είχε υπάρξει πρόσφατα θόρυβος από τους διεθνείς οργανισμούς. Αλλά σε γενικές γραμμές το νοτιοδυτικό μέτωπο πρακτικά έπαψε να υφίσταται – σε αυτή την πλευρά η απειλή παραμένει μόνον γύρω από την πόλη Daraa και σε μια σειρά από τσερκέζικα χωριά στα υψίπεδα του Γκολάν. Η όλη επιχείρηση ολοκληρώθηκε ουσιαστικά χωρίς μάχη και γι’αυτό και δεν προσέλκυσε την προσοχή της διεθνούς κοινότητας.
Η άλλη, όμως, επιχείρηση στα βόρεια της επαρχίας Χαμά προκάλεσε ένα νέο κύμα αγανάκτησης από τα διεθνή ΜΜΕ,με το γνωστό μοτίβο: «Ο Άσαντ βομβαρδίζει νοσοκομεία». Αλλά η πραγματική κατάσταση είναι διαφορετική.
Το μέτωπο των τζιχαντιστών, με κέντρο δράσης της μεγάλης πόλη Al-Lataminahέμενε αμετακίνητο για πολύ μεγάλο διάστημα. Αρκετές κοιλάδες στα βόρεια της Χάμα δημιουργούν έναν διάδρομο προς την Ιντλίμπ, παρακάμπτοντας τις ορεινές ζώνες που βρίσκονται δυτικά της επαρχίας της Λατάκειας, και ως εκ τούτου είναι πολύτιμες. Πριν από δύο χρόνια, έγινε μια πρώτη απόπειρα να οργανωθεί μεγάλης κλίμακας επίθεση από τα κυβερνητικά στρατεύματα με σκοπό την κατάληψή τους, αλλά απέτυχε παταγωδώς. Οι μάχες μεταβλήθηκαν σε πραγματικό σφαγείο και εκφυλίστηκαν σε σειρά μετωπικών επιθέσεων και από τις δύο πλευρές. Μερικές φορές οι τζιχαντιστές κατάφεραν όχι μόνον να ανακαταλάβουν κάποια εδάφη που είχαν χάσει, αλλά και να κερδίσουν και καινούργια.

Τετάρτη, 5 Απριλίου 2017

Η επίσκεψη Ρουχανί στη Μόσχα και τα εμπόδια στις ρωσο-ιρανικές σχέσεις



του Dmitry Nersesov

Οι ρωσο-ιρανικές σχέσεις ποτέ ήταν δεν ομαλές και μονοδιάστατες. Το να κάνεις μπίζνες με ένα από τους παλαιότερους πολιτισμούς, που έπαιζαν ρόλο στα παγκόσμια πολιτικά πράγματα από τις ημέρες της αρχαίας Ελλάδας, είναι «ένα καρύδι που σπάει δύσκολα». Πρέπει να έχουμε στο μυαλό μας ότι το Ιράν επιδιώκει να πετύχει τα δικά του συμφέροντα, που μπορεί να μην συμπίπτουν πάντα με αυτά της Ρωσίας. Η Τεχεράνη σχεδιάζει τις δράσεις της στη βάση των δικών της συμφερόντων, κάτω από όλες τις περιστάσεις.
Οι ιδιαιτερότητες της συνεννόησης με τους Ιρανούς εκδηλώθηκαν από την αρχή των ρωσο-ιρανικών συνομιλιών, κατά τη διάρκεια των εναρκτήριων ομιλιών μεταξύ του Πούτιν και του Ρουχάνι. Για παράδειγμα, ο Πούτιν επεσήμανε την μακρά ιστορία των σχέσεων μεταξύ των δύο χωρών: «Η Ρωσία και το Ιράν έχουν πολλά χρόνια, αν όχι αιώνες συνεργασίας,. Διατηρούμε διπλωματικές σχέσεις για πάνω από 500 χρόνια. Το Ιράν είναι ο καλός μας γείτονας και ένας αξιόπιστος εταίρος».
Η προσέγγιση του Ρουχάνι για τη συνεργασία Ρωσίας και Ιράν ήταν πιο συγκρατημένη. «Κατά τα τελευταία 3,5 χρόνια οι σχέσεις μεταξύ των χωρών μας έχουν αναπτυχθεί πολύ θετικά, βήμα βήμα. Αυτή δεν είναι η πρώτη μας συνάντηση, και κοιτώντας πίσω τι κάναμε έπειτα από κάθε μας συνάντηση, βλέπω τι σημαντικές επιτυχίες είχαμε».
Τριάμισι χρόνια ήταν η χρονική περίοδος που αναφέρθηκε ο Ιρανός πρόεδρος, η περίοδος δηλαδή της προεδρίας του. Το Μάιο αυτού του χρόνου, το Ιράν θα έχει προεδρικές εκλογές, και ο Χασάν Ρουχάνι μπορεί να αφήσει την πολιτική αρένα. Σ’ αυτό το πλαίσιο, η άρνηση του υψηλόβαθμου καλεσμένου να χρησιμοποιήσει τη λέξη «αιώνες» και να επικεντρωθεί σε μια συγκεκριμένη μικρή περίοδο λέει πολλά. Από την άποψή του, το επίπεδο των ρωσο-ιρανικών σχέσεων συνδέεται με την προσωπικότητα του ίδιου του Ρουχάνι. Επομένως, ο σχέσεις μεταξύ των χωρών μπορεί να αλλάξουν έπειτα από τις προεδρικές εκλογές στο Ιράν. Ένα ευφυές υπονοούμενο, πράγματι!
Όσον αφορά τις ίδιες της συνομιλίες, αν κρίνουμε από την τελική πληροφόρηση, αυτές αφιερώθηκαν στα θέματα που έχουμε ξαναγράψει: πετρέλαιο και φυσικό αέριο, πυρηνική ενέργεια, μεταφορές, διάδρομοι και διμερές εμπόριο. Οι δύο πλευρές έκαναν ορισμένες συμφωνίες και περιέγραψαν επαρκώς τις καθαρές προοπτικές για περισσότερη ανάπτυξη της συνεργασίας. Όσον αφορά τα ζητήματα της διεθνούς πολιτικής, οι ηγέτες συζήτησαν για τον πόλεμο κατά της τρομοκρατίας, για τη Συρία, το Αφγανιστάν, την περιοχή της Κασπίας και της Υπερκαυκασίας. Οι συγκεκριμένες λεπτομέρειες γι’ αυτό το κομμάτι των συνομιλιών είναι πενιχρό και οι αποκλίσεις στις διατυπώσεις μεγαλύτερες.

Κυριακή, 2 Απριλίου 2017

Η Τουρκία παγιδευμένη στη βόρεια Συρία



Την περασμένη εβδομάδα η Άγκυρα ανακοίνωσε ότι η επιχείρηση «Ασπίδα του Ευφράτη», η επτάμηνη εκστρατεία της Τουρκίας στη βόρεια Συρία, έφθασε σε ένα επιτυχές τέλος. Ο Ρώσος αναλυτής της γεωπολιτικής, και συνεργάτης του RIA Novosti, Gevorg Mirzayan δεν είναι τόσο βέβαιος για αυτήν την επιτυχία, υποστηρίζοντας ότι το παιχνίδι της Τουρκίας έχει κολλήσει σε ένα δυσάρεστο Catch-22*.  
 «Χάρη στην Ασπίδα του Ευφράτη, έχουμε εξασφαλίσει μια περιοχή 2.015 τ.χλμ. καταλαμβάνοντας την Αλ Μπαμπ» είπε ο Πρωθυπουργός Γιλντιρίμ, μιλώντας την Πέμπτη σχετικά με τα αποτελέσματα της στρατιωτικής επιχείρησης «Ο Ελεύθερος Συριακός Στρατός (FSA) έχει εγκατασταθεί εκεί. Οι Σύροι επιστρέφουν από την Τουρκία και η ζωή ξαναβρίσκει τους φυσιολογικούς της ρυθμούς»
Ωστόσο, όπως ο Mirzayan τονίζει ότι «το γεγονός είναι ότι η επιτυχία ή η αποτυχία της τουρκικής επιχείρησης θα πρέπει να μετρηθεί όχι από το μέγεθος των κατεχομένων εδαφών, αλλά από την υλοποίηση των στόχων που είχαν τεθεί πριν από την έναρξη της επιχείρησης». Απ’ αυτήν την άποψη, τα επιτεύγματα της Άγκυρας δείχνουν λιγότερο εντυπωσιακά.
Φυσικά κάποιοι στόχοι της Άγκυρας, όπως είναι η επιτακτική ανάγκη να απωθηθεί το Ισλαμικό Κρατός μακράν των τουρκικών συνόρων, έχουν επιτευχθεί.
Ένας άλλος σημαντικός στόχος ήταν να ενδυναμώσει το κύρος του Ερντογάν. «Ο Τούρκος ηγέτης αντιμετωπίζει το σπουδαιότερο συνταγματικό δημοψήφισμα στην πολιτική του καριέρα, έπειτα από το οποίο είτε θα γίνει πρόεδρος με διευρυμένες εξουσίες (στην πραγματικότητα ένας σύγχρονος σουλτάνος) ή θα αποδειχθεί η πολιτική του αδυναμία και θα είναι αναγκασμένος να αντιπαλέψει τους ενθαρρυμένους αντιπάλους του εντός και εκτός της χώρας. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι τουρκικές στρατιωτικές επιτυχίες στη Συρία (που έχουν διογκωθεί από τα ελεγχόμενα ΜΜΕ) έχουν ενισχύσει τη φήμη του Ερντογάν και ως εκ τούτου τις πιθανότητες μιας επιτυχούς έκβασης του δημοψηφίσματος».  
Η επόμενη επιτυχία, τουλάχιστον ως πρώτη εντύπωση, είναι ο στόχος της αποτροπής της δημιουργίας μιας ελεγχόμενης από τους Κούρδους ζώνης που εκτείνεται κατά μήκος των τουρκο-συριακών συνόρων. «Τώρα», εξηγεί ο Mirzayan «χάρη στα εδάφη που ελέγχονται από τους ‘Πράσινους’ (δηλαδή τους ελεγχόμενους από την Άγκυρα μαχητές του FSA) οι κουρδικοί θύλακες έχουν ουσιαστικά χωριστεί στα δύο».

Παρασκευή, 31 Μαρτίου 2017

Το Ισραήλ παρακολουθεί προσεκτικά τη συμμαχία Πούτιν-Άσσαντ




του Ben Caspit

Σύμφωνα με τις επικρατούσες εκτιμήσεις στο Ισραήλ, η πρόβλεψη είναι ότι το καθεστώς Άσσαντ δεν θα πέσει στο ορατό μέλλον. Επιπλέον, οι Ισραηλινοί πιστεύουν ότι ο Άσσαντ έχει ολοκληρώσει το έργο της εξασφάλισης της συριακής ενδοχώρας, έχοντας, δηλαδή υπό κυβερνητικό έλεγχο το διάδρομο που έχει ως βάση την πρωτεύουσα Δαμασκό και συνεχίζεται βορείως ως το Αλλαουιστάν (το θύλακα των Αλαουιτών στη Λατάκεια), και το λιμάνι της Λατάκειας, με τις πόλεις Χαλέπι και Χομς να βρίσκονται, επίσης, στα χέρια του. Τώρα προσπαθεί να επεκτείνει τον έλεγχό του μέχρι το Ντέιρ εζ Ζορ.
Στη διάρκεια του περασμένου χρόνου, υπήρξε μια σοβαρή εξέλιξη στο χάρτη της διαλυμένης Συρίας. Η συριακή ενδοχώρα που είναι υπό τον έλεγχο του Άσσαντ αυξάνεται και επεκτείνεται με σταθερό ρυθμό, ενώ οι περιοχές που βρίσκονται υπό τον έλεγχο των ανταρτών συρρικνώνονται συνεχώς. Ακόμη και τα εδάφη του Ισλαμικού Κράτους ροκανίζονται γρήγορα. Οι Ισραηλινοί παράγοντες εκτιμούν ότι ο πόλεμος στη Συρία θα συνεχιστεί και στο άμεσο μέλλον, αλλά η ισορροπία δυνάμεων σ’ αυτό το σημείο ευνοεί ξεκάθαρα τον Άσαντ. Στο Ισραήλ, τα υπό τον Άσσαντ εδάφη αποκαλούνται πλέον Ασσαντιστάν. Είναι μια νέα, στενότερη, συρρικνωμένη Συρία. Μπορεί μάλιστα να είναι πολύ μικρότερη και από την ιστορική Συρία, αλλά παρ’ όλα αυτά είναι εδώ για να μείνει. Υπάρχει, ωστόσο, μια επιφύλαξη: «Χωρίς τον Πούτιν δεν υπάρχει Άσσαντ», όπως ανέφερε ένας ανώτερος Ισραηλινός παράγοντας στο Al-Monitor, υπό τον όρο της ανωνυμίας. «Το μόνο προαπαιτούμενο για την επιβίωση του Άσσαντ στην εξουσία είναι η καλή διάθεση του Πούτιν».
Ανώτερη ισραηλινή πηγή είπε ότι: «ο τρόπος που ο Πούτιν εξώθησε τις ΗΠΑ από τη Μέση Ανατολή και κατέστη η κυρίαρχη δύναμη στην περιοχή θα μελετάται μια ημέρα στις σχολές στρατηγικής». Το γεγονός ότι τελικά ο Ομπάμα δεν επιτέθηκε στα συστήματα χημικού πολέμου στη Συρία, συνέβαλε σημαντικά στην μεταμόρφωση της Ρωσίας σε κυρίαρχη δύναμη στην περιοχή και στη διάσωση του Άσσαντ. Ο Πούτιν είχε αντιληφθεί το μεταβατικό χρόνο μεταξύ της διακυβέρνησης Ομπάμα και αυτής του Τραμπ, ως έναν αδύναμο κρίκο, που θα μπορούσε να σφηνώσει και να δημιουργήσει τετελεσμένα γεγονότα πριν η νέα διοίκηση προλάβει να μορφοποιήσει μια νέα θέση και προσέγγιση.
«Δώστε ιδιαίτερη προσοχή στο τι συνέβη» είπε Ισραηλινός εμπειρογνώμονας –πάλι ανώνυμα- «Ο Τραμπ ανέλαβε επισήμως στις 20 Ιανουαρίου, ημέρα Παρασκευή. Κανείς δεν δουλεύει στην Ουάσιγκτον Σαββατοκύριακο. Τη Δευτέρα, στις 23 Ιανουαρίου, ο Τραμπ ξύπνησε το πρωί με τη Διεθνή Διάσκεψη για την επίλυση της Σύγκρουσης στη Συρίας να διεξάγεται στην Αστάνα του Καζαχστάν». Η συνδιάσκεψη ξεκίνησε από τον Πούτιν, και οι τιμώμενοι προσκεκλημένοι, εκτός από τη Ρωσία, ήταν οι Ιρανοί και οι Τούρκοι. Ο Πούτιν έχει εδώ και καιρό οικοδομήσει στενότερους δεσμούς με τον Ερντογάν, ενώ  αυτή την εβδομάδα υποδέχθηκε με θερμότητα τον πρόεδρο του Ιράν Χασσάν Ρουχανί στην Μόσχα.

Δευτέρα, 27 Μαρτίου 2017

Η επόμενη ημέρα των εκλογών στη Βουλγαρία



του Νικίτα Κοβαλένκο

Παρά την νίκη του φιλοευρωπαϊκού κόμματος GERB, τα αποτελέσματα της ψηφοφορίας στην Βουλγαρία δεν προκάλεσαν ενθουσιασμό στην Ε.Ε. Αντιλαμβάνονται με τι όγκο προβλημάτων θα έλθει αντιμέτωπος ο Μπόικο Μπορίσωφ, στην προσπάθειά του να σχηματίσει μια κυβέρνηση συνασπισμού.

Στις πρόωρες βουλευτικές εκλογές στη Βουλγαρία την νίκη την κέρδισε το φιλοευρωπαϊκό κόμμα «Πολίτες για την Ευρωπαϊκή Ανάπτυξη της Βουλγαρίας» (GERB) του πρωθυπουργού Μπόικο Μπορίσωφ. Έτσι, έπειτα από δύο εθελούσιες εξόδους από την εξουσία, ο «αβύθιστος» Μπορίσωφ μπορεί ήδη για τρίτη φορά να ηγηθεί μιας κυβέρνησης. Κι αυτό παρά την εντυπωσιακή αύξηση των ευρωσκεπτικιστικών διαθέσεων στη χώρα, η οποία έφερε στη θέση του προέδρου, τον Νοέμβριο του 2016, τον φιλορώσο Ρούμεν Ράντεφ.
Μερικά αμερικανικά ΜΜΕ υποδέχθηκαν με μεγάλο ενθουσιασμό την επιτυχία του Μπορίσωφ. Ιδιαίτερα οι «New York Times» θεώρησαν ότι αυτή ήταν μια νίκη της Ε.Ε. Η εφημερίδα χαρακτήρισε τα αποτελέσματα των εκλογών ως απογοήτευση για τον Βλαδίμηρο Πούτιν, που επιδιώκει, σύμφωνα με τους Αμερικανούς, να χρησιμοποιήσει τις εσωτερικές αντιθέσεις στην Ευρωπαϊκή Ένωση για να ενισχύσει την επιρροή του στα κράτη της «Ενωμένης Ευρώπης».
Τέτοιου είδους δηλώσεις εξηγούνται με το ότι ο κύριος ανταγωνιστής του GERB, το Σοσιαλιστικό Κόμμα Βουλγαρίας (ΣΚΒ), το οποίο είναι ο διάδοχος του Κομμουνιστικού Κόμματος της Βουλγαρίας, ήλθε δεύτερο. Ήταν μάλιστα το Σοσιαλιστικό Κόμμα που υποστήριξε την υποψηφιότητα του Ράντεφ για την προεδρία του Νοεμβρίου του προηγούμενου έτους. Το κόμμα επανειλημμένως έχει εκφράσει την επιθυμία του για σύσφιξη των σχέσεων με τη Ρωσία και την άρση των αντιρωσικών κυρώσεων. Την ίδια ώρα  ο πεπεισμένος ευρω-οπτιμιστής Μπορίσωφ υποστήριξε ενεργά την επιβολή κυρώσεων εναντίον της Μόσχας. 
Πράγματι, λοιπόν, υπ’ αυτές τις συνθήκες η νίκη του Μπορίσωφ δεν είναι ένας λόγος για να χαίρονται τα δυτικά ΜΜΕ; Εντούτοις, οι Ευρωπαίοι δημοσιογράφοι στις δικές τους εκτιμήσεις, για κάποιο λόγο, αποδείχθηκαν πολύ πιο συγκρατημένοι από τους Αμερικανούς συναδέλφους τους. Για παράδειγμα, η EURACTIV, ανακοινώνοντας τα αποτελέσματα των εκλογών, δεν είχε συναισθηματικές εξάρσεις, επικεντρώνοντας περισσότερο στην πραγματική έκθεση της κατάστασης. Συγκεκριμένα, αν και η έκδοση υποδέχθηκε θετικά την νίκη του Μπορίσωφ, σημείωσε ότι τον ηγέτη του GERB τον περιμένουν πολύ δύσκολες συνομιλίες για το σχηματισμό κυβέρνησης.

Σάββατο, 18 Μαρτίου 2017

Η Ελλάδα και ένας νέος βαλκανικός άξονας





Η Ελλάδα βρίσκεται ενώπιον κρίσιμων επιλογών στην βαλκανική της πολιτική, που μπορούν είτε να την ισχυροποιήσουν, μέσω μιας νέας βαλκανικής συμμαχίας έναντι του νεο-οθωμανικού επεκτατισμού, είτε να την μεταβάλουν σε ευάλωτο στόχο, ταυτοχρόνως, του τουρκο-αλβανικού και του σλαβικού αναθεωρητισμού. Οι, έως τώρα, κινήσεις εκ μέρους της Αθήνας δείχνουν την απουσία μιας μακρόπνοης στρατηγικής, με βάση τα νέα δεδομένα. Αντιθέτως, εκδηλώνεται με ολοένα και μεγαλύτερη ένταση, και χωρίς αντίλογο από την αντιπολίτευση, η μια και μοναδική οδός «σωτηρίας»: η απόλυτη ταύτιση με τα, εικαζόμενα ως, συμφέροντα των ΗΠΑ, ώστε μέσω της εκδούλευσης να προφυλαχθεί η πολλαπλώς απειλούμενη εθνική μας κυριαρχία.
Ως γνωστόν, οι γεωπολιτικές «τεκτονικές» πλάκες καθώς μετακινούνται, ενεργοποιούν στα σημεία τριβής τους ιστορικά ρήγματα, που ως συνέπεια έχουν την εκδήλωση επαναληπτικών συγκρούσεων. Ένα τέτοιο «σημείο» είναι τα Βαλκάνια. Η κατάρρευση του σοσιαλιστικού στρατοπέδου είχε επιτρέψει την άμεση διείσδυση των ευρωατλαντικού παράγοντα σ’ όλη την βαλκανική ενδοχώρα. Κύριος στόχος της «νέας τάξης πραγμάτων» υπήρξε η δημιουργία μικρών και αδύναμων κρατών, ελεγχόμενων από τα ισχυρά δυτικά συμφέροντα, με παράλληλη εξάλειψη της όποιας ρωσικής παρουσίας. Όπως σύντομα αποδείχθηκε, οι ανησυχίες όσων σχεδίαζαν την νέα Ευρώπη για τη «ρωσική απειλή» ήταν εύλογες, παρά το ότι όταν ξεκινούσαν την εφαρμογή των σχεδίων τους, η Ρωσία του Γιέλτσιν τρέκλιζε τόσο, όσο και ο τότε πρόεδρός της. Γιατί το εσωτερικό δυναμικό της αυτοκρατορίας παρέμενε πάντα ζωντανό και ανέμενε αυτόν που θα έθετε και πάλι τη μηχανή σε λειτουργία. Όπερ και εγένετο! Μάλιστα, η ραγδαία δυτική επέλαση επιτάχυνε τις εξελίξεις στη ρωσική πολιτική σκηνή, καθώς ο εγωισμός της κρατικής ρωσικής ελίτ «πληγώθηκε» από την επονείδιστη αδυναμία της χώρας να αντιταχθεί στη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας.
Η Δύση, στην προσπάθειά της να ελέγξει τον βαλκανικό χώρο και να υπονομεύσει τους, εν δυνάμει συμμάχους της Ρωσίας, σλαβικούς λαούς, χρησιμοποίησε τους μουσουλμανικούς πληθυσμούς. Αλβανοί, Βόσνιοι μουσουλμάνοι και Τούρκοι έπαιξαν πρωτεύοντα ρόλο στη διαμόρφωση του νέου βαλκανικού χάρτη. Οι εξωβαλκανικοί παράγοντες που διαμοίρασαν, προφανώς ιεραρχικά, τα «βαλκανικά ιμάτια» ήταν οι ΗΠΑ, η Γερμανία και η Τουρκία. Οι Αμερικανοί κράτησαν τον στρατηγικό έλεγχο της περιοχής, μέσω της νατοϊκής ομπρέλας, ενώ οι Γερμανοί έπαιρναν το οικονομικό τους μερίδιο, είτε άμεσα, είτε μέσω της Ε.Ε. Όσο για τους Τούρκους, άρπαζαν ό,τι μπορούσαν σε οικονομική, πολιτική, στρατιωτική και πολιτιστική επιρροή, από την Θράκη μέχρι τη Βοσνία και τις ακτές της Αδριατικής στην Αλβανία. Με την σημαία του μετριοπαθούς Ισλάμ και με την αρωγή «ευαγών» ατλαντικών ιδρυμάτων αλλά και του στενά συνεργαζόμενου μαζί τους Γκιουλέν, η Άγκυρα συγκρότησε ένα πυκνό δίκτυο ελέγχου στα Βαλκάνια. Υπό την ηγεσία του Ερντογάν αυτή η αυξανόμενη επιρροή ήλθε να «κουμπώσει» με το μεγαλεπήβολο όραμα της νεκρανάστασης της Οθωμανικής αυτοκρατορίας.
Στην ιστορία, ωστόσο, τα σχέδια, όσο και καλά να είναι μελετημένα, κινδυνεύουν να μείνουν ημιτελή, καθώς παρεισφρέουν απρόβλεπτοι, αρχικώς, παράγοντες. Έτσι και το βαλκανικό γεωπολιτικό τοπίο αλλάζει δραματικά και προς άλλες κατευθύνσεις από αυτές που είχαν υπολογισθεί στις αρχές του 1990. Είναι αλήθεια ότι οι ΗΠΑ, ή τέλος πάντως οι κύκλοι που κυριάρχησαν στην εξωτερική τους πολιτική, κατόρθωσαν εντέλει, έχοντας ολοκληρώσει επιτέλους την ουκρανική «πορτοκαλί επανάσταση», να υψώσουν ένα νέο αντιρωσικό παραπέτασμα. Ένα «τείχος» κρατών, το οποίο ξεκινά από την Φινλανδία -που προφανώς επιζητά να αποτινάξει από πάνω της τον υποτιμητικό όρο της φινλανδοποίησης, που της φόρτωσε η πάλαι ποτέ ΕΣΣΔ-, τις Βαλτικές Δημοκρατίες -που ιδεολογικά μάλλον ζουν με το μισό πόδι στην εποχή του μεσοπολέμου-, την Πολωνία –που δεν έχει διάθεση να αποκηρύξει τον καθολικό συντηρητισμό της-, την διαλυμένη οικονομικά και κοινωνικά Ουκρανία και καταλήγει στην νευρική Ρουμανία.