Δευτέρα, 8 Αυγούστου 2016

Η Ρωσία στοχεύει σε στρατηγικό «τρίγωνο» με το Ιράν και τη Τουρκία



Συναντήσεις Πούτιν με Ερντογάν – Ρουχανί

Αυτήν την εβδομάδα, ο Πούτιν την αφιερώνει στις επαφές του με τους νότιους γείτονες. Τη Δευτέρα, στο Μπακού έχει συνάντηση με τον Ιλχάμ Αλίεφ και τον Χασάν Ρουχανί, και την επόμενη ημέρα, στην Αγία Πετρούπολη, θα διεξαχθούν οι συνομιλίες με τον Ταγίπ Ερντογάν, ενώ τη Τετάρτη, στη Μόσχα, καταφθάνει ο πρόεδρος της Αρμενίας Σερζ Σαρκισιάν. Αν και η κύρια προσοχή επικεντρώνεται στην επίσκεψη του Τούρκου προέδρου, εντούτοις, και η ρωσο-ιρανική συνάντηση κορυφής είναι επίσης υψίστης σημασίας.
Το «νότιο μέτωπο» έχει, στη παρούσα φάση, καθοριστική σημασία για τη Ρωσία, καθώς με το ειδικό βάρος των δύο ιστορικών γειτόνων, της Τουρκίας και του Ιράν, μπορεί να μειωθεί η ένταση μεταξύ του Αζερμπαϊτζάν και της Αρμενίας λόγω του Ναγκόρνο Καραμπάχ.
Επίσης, θα υπάρξει εξέλιξη και στη στρατιωτική επιχείρηση στη Συρία, καθώς μέσα σε 10 μήνες η Ρωσία πέτυχε την ουσιαστική ενίσχυση της επιρροής της σε όλη την ευρύτερη Μέση Ανατολή. Μεγάλη ήταν η ζημιά που υπέστη η Ρωσία από τη διαμάχη με τη Τουρκία, αλλά η έναρξη της συμφιλίωσης επιτρέπει να ξεκινήσει η οικοδόμηση μιας νέας, πιο στέρεης, δραστηριότητας της Ρωσίας στην περιοχή. Οι άξονες επί των οποίων θα θεμελιωθεί η ρωσική πολιτική είναι οι σχέσεις με τη Τουρκία, το Ιράν και τις αραβικές χώρες. Η δράση για την οικοδόμηση των σχέσεων σ’ αυτό το τρίγωνο είναι ήδη σε πλήρη εξέλιξη. Ο πρόεδρος της Τουρκίας, αμέσως μετά την καταστολή του πραξικοπήματος είπε στον Ιρανό ομόλογό του, ότι περισσότερο από ποτέ είναι έτοιμος να συνεργαστεί με τη Ρωσία και το Ιράν: «Είμαστε αποφασισμένοι να συνεργαστούμε με το Ιράν και τη Ρωσία και μαζί να επιλύσουμε τα περιφερειακά προβλήματα και να ενισχύσουμε σημαντικά τα βήματά μας για την επιστροφή της ειρήνης και της σταθερότητας».
Το Ιράν και η Τουρκία είναι δύο βασικά περιφερειακά κράτη και ιστορικοί ανταγωνιστές σ’ αυτήν την περιοχή. Αλλά η μακρόχρονη διαφωνία τους για την Υπερκαυκασία επιλύθηκε από τη Ρωσία η οποία προσάρτησε την περιοχή, έπειτα από μια σειρά πολέμων με Τούρκους και Πέρσες κατά τον 18ο και τον 19ο αι. Αν και τώρα πιά η Υπερκαυκασία είναι τυπικά «ελεύθερη», εντούτοις, για τη Μόσχα, την Άγκυρα και τη Τεχεράνη, δεν υπάρχουν ανυπέρβλητες αντιθέσεις ούτε σ’ αυτή την περιοχή, ούτε όμως και γενικά.

Τετάρτη, 27 Ιουλίου 2016

H Δύση και η ρωσο-τουρκική προσέγγιση



Το αποτυχημένο πραξικόπημα στη Τουρκία προκάλεσε σειρά τεκτονικών μετατοπίσεων, στις γεωπολιτικές πλάκες της Ευρασίας και της Μέσης Ανατολής, που ακόμα βρίσκονται σε εξέλιξη. Η σημαντικότερη εξ αυτών είναι η ανοιχτή εχθρότητα του «πληγωμένου σουλτάνου» προς τις ΗΠΑ και η πρόθεσή του να πλεύσει προς την αγκαλιά της Μόσχας. Αν η συγκεκριμένη τουρκική στροφή αποκτήσει διάρκεια τότε βρισκόμαστε στην αρχή μιας κομβικής αλλαγής στις ευρύτερες ισορροπίες της Δύσης με την Ανατολή. Το ερώτημα, όμως, είναι αν η Δύση, δηλαδή οι ΗΠΑ και τα ισχυρά παγκόσμια κέντρα χρηματοπιστωτικής ισχύος, επιτρέψει αυτόν τον αναπροσανατολισμό της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής προς την ρωσική άρκτο. Πριν απαντήσουμε, οφείλουμε προηγουμένως να αναζητήσουμε τους λόγους για τους οποίους φθάσαμε σ΄ αυτό το σημείο.
Μετά την πτώση της Σοβιετικής Ένωσης, η Τουρκία έπαιξε έναν καθοριστικό ρόλο στην ανάδειξη του τρίτου ισλαμικού άξονα έναντι του, κυρίως αραβικού, σουνιτικού, με επίκεντρο την Σαουδική Αραβία, και του σιιτικού, με κέντρο το Ιράν. Στόχος της ενίσχυσης του τουρκικού παράγοντα από τη Δύση υπήρξε η υπονόμευση της ρωσικής επιρροής στον πρώην σοβιετικό χώρο, μεταξύ των τουρκογενών μουσουλμάνων από την Κριμαία και τον Καύκασο μέχρι τα Ουράλια και το Ουζμπεκιστάν. Επιρροή που εκτεινόταν επίσης και στα Βαλκάνια - Βοσνία, Αλβανία, Κόσσοβο, Σκόπια, Βουλγαρία- και εκτός τη ρωσική παρουσία υπονόμευε και την ευρωπαϊκή πολιτική. Έτσι, η οικονομική και πολιτισμικό-θρησκευτική επέκταση της Τουρκίας γινόταν με τις ευλογίες των ΗΠΑ. Οι μεντρεσέδες του Γκιουλέν για παράδειγμα έπαιξαν σημαντικό ρόλο στην ανάδειξη μιας νέας διεκδικητικής γενιάς μουσουλμάνων, με γερές υπερατλαντικες διασυνδέσεις. Το σχέδιο γενικά δεν ήταν καινοφανές. Το είχε εκπονήσει και χρησιμοποιήσει η Βρετανική Αυτοκρατορία από τον 19ο αιώνα για το «Great Game», και αργότερα το χρησιμοποίησε και η Γερμανία, μέχρι και το 1944. Αλλά και στην περιοχή της Μέσης Ανατολής ο αναβαθμισμένος ρόλος της Τουρκίας στόχευε τα μπααθικά καθεστώτα, που συνιστούσαν πάντοτε τη σοβαρότερη απειλή για τις ΗΠΑ και το Ισραήλ λόγω της συνοχής και του εθνικισμού τους.

Τρίτη, 26 Ιουλίου 2016

Ουκρανία: Ο δρόμος προς τη Δύση έχει βαλτώσει



Πρόσφατη δημοσκόπηση που πραγματοποιήθηκε στην Ουκρανία κατέδειξε ότι μειώνεται το ποσοστό των οπαδών της εισόδου της χώρας στην Ε.Ε. και στο ΝΑΤΟ. Αυτή η τάση αντανακλά την αυξανόμενη απογοήτευση της κοινωνίας για το «δρόμο προς τη Δύση», που ακολουθεί η ηγεσία του Κιέβου, μετά την επικράτηση της εξέγερσης της «Μαϊντάν».
Η δημοσκόπηση που πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο του προγράμματος «Επανεκκίνηση –Ανοιχτή Εξουσία» του Ινστιτούτου Ανάλυσης και Προγνώσεων, του Ουκρανικού Ινστιτούτου Κοινωνικών Ερευνών, και του «Ουκρανικού Παρατηρητηρίου» έδειξε ότι σε περίπτωση δημοψηφίσματος για την είσοδο της Ουκρανίας στο ΝΑΤΟ, αυτή τη στιγμή, υπέρ θα ψήφιζε το 37,7% των Ουκρανών και κατά το 38,2%. Η αποχή ανέρχεται στο 14,5% ενώ δεν απάντησε το 9,7%.
«Στην αρχή του έτους υπέρ της εισόδου στην Ε.Ε. δήλωνε ότι ήταν το 59% των ερωτηθέντων , ενώ  αυτό το ποσοστό τώρα έχει μειωθεί. Παράλληλα, κατά 10% έχει μειωθεί και το ποσοστό αυτών που επιθυμούν την είσοδο της Ουκρανίας στο ΝΑΤΟ» διαπίστωσε ο Διευθυντής του «Κοινωνικού Παρατηρητηρίου» Ντμίτρι Ντμιτρούκ, κατά την παρουσίαση της δημοσκόπησης, στις 25 Ιουλίου.
Λίγο νωρίτερα ωστόσο, και συγκεκριμένα στις 9 Ιουλίου ο Ουκρανός πρόεδρος είχε πει ότι το ποσοστό όσων υποστηρίζουν τη συμμετοχή της χώρας στο ΝΑΤΟ έχει αυξηθεί το τελευταίο διάστημα κατά 13 έως και 23 μονάδες. Την αύξηση ο Ποροσένκο την απέδωσε στο αποτέλεσμα των αλλαγών που έγιναν στην κοινωνία. Αν και διαβεβαίωσε πως τελικώς την είσοδο στο ΝΑΤΟ θα την αποφασίσει ο ουκρανικός λαός, οι μεταρρυθμίσεις που θα την κάνουν δυνατή θα πραγματοποιηθούν σε κάθε περίπτωση.

Παρασκευή, 17 Ιουνίου 2016

Η εκκλησιαστική κρίση στην Ουκρανία στο φόντο της Πανορθόδοξης Συνόδου

Η Λάβρα των Σπηλαίων στο Κίεβο



Οι Ουκρανοί πολιτικοί  προσπαθούν εκ νέου να αναμειχθούν σε αμιγώς θρησκευτικά ζητήματα. Η Βερχόβναγια Ράντα (Κοινοβούλιο) ενέκρινε ένα ψήφισμα προς τον Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως με αίτημα να αναγνωρίσει το σχισματικό Πατριαρχείο Κιέβου. Και εάν παλαιότερα ο εμπνευστής παρόμοιων σχεδίων ήταν ο πρώην πρόεδρος Βίκτωρ Γιούσενκο, σήμερα αυτό το κάνουν πρώην συνεργάτες του Γιανουκόβιτς.

Η Βερχόβναγια Ράντα της Ουκρανίας απευθύνθηκε την Πέμπτη (16.6) στον Πατριάρχη Βαρθολομαίο με το αίτημα να αναγνωρίσει την ανεξαρτησία της Ουκρανικής Εκκλησίας από το Πατριαρχείο της Μόσχας. Το σχέδιο ψηφίσματος το ενέκριναν 245 βουλευτές.
Στην Ουκρανία υπάρχουν η Κανονική Ουκρανική Ορθόδοξη Εκκλησία –Πατριαρχείο της Μόσχας (ΠΜ), η οποία είναι αυτοδιοικούμενη εκκλησία ως τμήμα του Πατριαρχείου της Μόσχας, και οι μη αναγνωρισμένες από τις υπόλοιπες ορθόδοξες εκκλησίες το Ουκρανική Ορθόδοξη Εκκλησία του Πατριαρχείου Κιέβου και η Ουκρανική Αυτοκέφαλη Ορθόδοξη Εκκλησία δ. πίνακας στο τέλος του άρθρου).
Προφανώς, οι βουλευτές στο αίτημά τους εννοούν το μη αναγνωρισμένο «Πατριαρχείο του Κιέβου» του οποίου ηγείται ο πρώην ιεράρχης της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας Φιλάρετος (Μιχαήλ Ντενισένκο). Έπειτα από την εσωτερική σύγκρουση του 1991-92, που υποκινήθηκε από τον Φιλάρετο, ο πρώην μητροπολίτης Κιέβου καθαιρέθηκε. Το 1997 η Αρχιερατική Σύνοδος της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας αφόρισε και αναθεμάτισε τον Φιλάρετο για την σχισματική του δράση –απόφαση που αναγνωρίστηκε και από άλλες τοπικές εκκλησίες. Αυτός ο Φιλάρετος, λοιπόν, ο οποίος αυτοαποκαλείται «πατριάρχης Κιέβου και πάσης Ρους-Ουκρανίας», εμφανίζεται ως ο υποστηρικτής της πολιτικής ιδέας «μια ανεξάρτητη εκκλησία για ένα ανεξάρτητο κράτος». Φαίνεται, όμως, ότι η έκκληση της «ευρωπαϊκά προσανατολισμένης» Ράντα έρχεται σε αντίθεση με τη γενικά αποδεκτή (και στην Ευρώπη) αρχή για το διαχωρισμό εκκλησίας και κράτους, καθώς επιδιώκει την ενίσχυση της ομάδας του αυτo-ανακηρυγμένου «πατριάρχη».

Τετάρτη, 15 Ιουνίου 2016

Ο ελληνισμός στη μέγγενη της ιστορίας



Είναι ιδιαίτερα εντυπωσιακός ο τρόπος που οι άνθρωποι απωθούμε την πρόσληψη της δύσκολης πραγματικότητας. Αντιμετωπίζουμε ό,τι μας συμβαίνει αδρανώς με την μεθοδολογία της σκέψης που έχουμε συνηθίσαμε, ακόμη κι αν αυτή έχει συντελέσει στην επιδείνωση της κατάστασής μας. Στο άτομο η καθήλωση στην άρνηση καταλήγει σε νευρώσεις ή/και κατάθλιψη, ενώ σε συλλογικό επίπεδο οδηγεί σε ιδεοληπτικές εμμονές, που εκδηλώνονται σε ανάλογου χαρακτήρα πολιτικές συμπεριφορές ή/και σε παραίτηση από την συμμετοχή στα κοινά. Το αποτέλεσμα είναι, σε κάθε περίπτωση, καταστροφικό.
Η περιγραφή αυτή αποτυπώνει την εικόνα της ελληνικής κοινωνίας των τελευταίων χρόνων. Η οικονομική κρίση αποκάλυψε το δραματικό εύρος των δομικών παθογενειών των κρατικών λειτουργιών, τους αποσαθρωμένους κοινωνικούς αρμούς, το χαμηλό επίπεδο των ντόπιων ελίτ και τις οδυνηρές εξωτερικές εξαρτήσεις. Στοιχεία που μακροχρόνια δρούσαν υπονομευτικά στο εθνικό σώμα αλλά πριν την άρση του παραπετάσματος των ομαδικών ψευδαισθήσεων δεν γίνονταν αντιληπτά ή αποδεκτά από την συλλογική συνείδηση.
Παράλληλα, όμως, η σαρωτική δίνη των αρνητικών εξελίξεων ανέδειξε αυτούσια τη γεω-πολιτισμική θέση του ελληνισμού, σε όλο το ιστορικό της βάθος, το εύθραυστο παρόν της  και την ερεβώδη προοπτική της. Διέλυσε τα σύννεφα της ουτοπίας που κάλυπταν τον ορίζοντα του κόσμου μας και διαπιστώσαμε ότι δεν μετακινηθήκαμε ποτέ από εκεί που ήμασταν εδώ και χίλια χρόνια, παρ’ ότι πολλές φορές το ποθήσαμε ή το λησμονήσαμε: στην οριογραμμή που χαράχθηκε ήδη κατά τους τελευταίους εναγώνιους αιώνες του Βυζαντίου. Εκεί που ο ελληνισμός, ως διακριτή πολιτισμική οντότητα, κονταροχτυπιέται για την επιβίωσή του, καθώς πιέζεται μέχρις εξαφανίσεως, ταυτοχρόνως με Ανατολή και Δύση. Τούρκοι και Φράγκοι, Ισλάμ και Καθολικισμός, διεκδίκησαν τον χώρο της ελληνικής Ορθοδοξίας, διαμοιράζοντας τα εδάφη και επιχειρώντας την βίαιη αλλαγή της ταυτότητάς των κατοίκων του. Ο Έλληνας άνθρωπος κατόρθωσε, με οδυνηρές φυσικές και πνευματικές απώλειες, να επιζήσει της φοβερής μέγγενης, λόγω των ισχυρών καταβολών του, οι οποίες συμπυκνώνονταν στη θρησκευτική του πίστη και στις σωτήριες λειτουργίες του κοινοτισμού.
Παρά την αποικιοκρατική σχέση με τη Δύση, κυρίως με τη Μεγάλη Βρετανία, ο ελληνισμός, με νικηφόρα αφετηρία το 1821, διεξήγαγε μια «διαρκή επανάσταση» ενός αιώνα, την «Μεγάλη Ιδέα», που αποτελούσε και την μοναδική οδό-διέξοδο από τις γεωπολιτικές συμπληγάδες. Η αποτυχία της ολοκλήρωσής της, που συνεπαγόταν τον περιορισμό του ελλαδικού κράτους στην βαλκανική χερσόνησο, προκάλεσε εσωτερίκευση των συγκρούσεων και διάσταση προσανατολισμών. Το πεδίο της αντιπαράθεσης περιορίστηκε, κατ’ ουσίαν, στην επιλογή πόλου εξάρτησης και με στόχο την επικράτηση επί του εσωτερικού αντιπάλου και όχι τον απεγκλωβισμό του ελληνισμού από την ιστορική λαβίδα. Οι κοινωνικο-ιδεολογικές συγκρούσεις διεξάγονταν δηλαδή σε ένα καθορισμένο πλαίσιο: την τριπλή, πια, πίεση από δύση, ανατολή και βορρά –ο τελευταίος θα έχει αναχθεί σε απειλή πολύ πριν τη δημιουργία της ΕΣΣΔ με την ανάδυση του πανσλαβισμού μετά την λήξη του Κριμαϊκού πολέμου. Ως εκ τούτου, ακόμη και η ηρωική στάση των Ελλήνων κατά τον β΄ παγκόσμιο πόλεμο κατέληξε σε εσωτερική τραγωδία.

Παρασκευή, 13 Μαΐου 2016

Η «Φιλοσοφία» στο Κρεμλίνο


εξωφυλλο νεο πουτιν

ΣΤΟ ΜΥΑΛΟ ΤΟΥ ΒΛΑΝΤΙΜΙΡ ΠΟΥΤΙΝ, του Μισέλ Ελτσανινόφ, εκδ. Διάμετρος.

Στην πλειάδα των εκδόσεων που κυκλοφορούν σχετικά με το «φαινόμενο Πούτιν» και την νέα Ρωσία, λίγες είναι αυτές που διακρίνονται για τη διεισδυτική ματιά τους. Στην πλειοψηφία τους, είτε από θετική είτε από αρνητική αφετηρία, παραμένουν σε μια επιφανειακή προσέγγιση, μάλλον δημοσιογραφική, με προφανές κίνητρο την προπαγάνδα σε ένα κοινό, που βοηθούντος και του διαδικτύου, έχει εθιστεί στην αναζήτηση ευκολοχώνευτων εντυπώσεων. Μία από αυτές που ξεχωρίζει, είναι το βιβλίο -το οποίο μόλις κυκλοφόρησε στα ελληνικά από τις εκδόσεις Διάμετρος και σε μετάφραση της Τζίας Καραγεώργου- με τον τίτλο «Στο μυαλό του Βλαντίμιρ Πούτιν». Η αλήθεια είναι ότι ο, ρωσικής καταγωγής, συγγραφέας του, Μισέλ Ελτσανινόφ, μέλος τα αρχισυνταξίας του περιοδικού «Philosophie», έχει ως στόχο να επιβεβαιώσει στα μάτια του δυτικών την άποψη ότι ο Πούτιν είναι ιμπεριαλιστής, μιλιταριστής, νοσταλγός της ΕΣΣΔ αλλά και ανειλικρινής, υποχθόνιος και αδίστακτος. Η εργασία αυτή άλλωστε συγγράφεται όταν λαμβάνουν χώρα τα γεγονότα στην Ουκρανία και στην Κριμαία, αλλά πριν την επέμβαση στη Συρία. Η διαφορά, όμως, με άλλα ανάλογων τάσεων βιβλία είναι ότι ο Ε. επιδιώκει να αναδείξει τις βαθύτερες ιδεολογικές και φιλοσοφικές επιρροές του Ρώσου προέδρου και του περιβάλλοντός του. Και αυτό το κάνει με ευσυνείδητα επιστημονικό τρόπο και συνεπή μεθοδολογία. Στις σελίδες τού, μάλλον μικρού σε μέγεθος για το θέμα που πραγματεύεται, βιβλίου ξετυλίγονται με ενάργεια οι εσωτερικές ιδεολογικές διεργασίες της μετα-σοβιετικής Ρωσίας.
Αυτό που κυρίως εντυπωσιάζει είναι όχι μόνον η πληθώρα των ιδεολογικών ρευμάτων και η αναβίωση θεωριών που έρχονται από τον 19ο και 20ο αιώνα αλλά ότι αυτά δεν συμβαίνουν ερήμην της εξουσίας αλλά στο κέντρο της εξουσίας. Όπως παραδέχεται ο συγγραφέας «η φιλοσοφία βασιλεύει στη Ρωσία του 2014 και είναι ο ίδιος ο πρόεδρος που σηματοδοτεί το κίνημα, με τις αναφορές του στους διανοητές» (σελ. 11). Πράγματι, οι ομιλίες του Ρώσου προέδρου διανθίζονται με αποσπάσματα μεγάλων Ρώσων διανοουμένων: Ιλίν, Σολοβιώφ, Ντοστογιέφσκι, Λεόντιεφ, Σολτζενίτσεν, Γκουμιλιώφ. Ενώ, στη ρωσική πρωτεύουσα διοργανώνονται, με επισημότητα, «Ημέρες Μπερντιάγιεφ».
Βεβαίως, πριν πάμε στiς πνευματικές μορφές που πρωταγωνιστούν σήμερα στη ρωσική πολιτική σκηνή, προηγείται η διαπίστωση ότι ο Πούτιν πριν απ’ όλα είναι και ένας ρεαλιστής πολιτικός. «Ο Βλαντίμιρ Πούτιν είναι ίσως σαν τον Ντμίτρι Καραμαζώφ, τον ήρωα του Ντοστογιέφσκι, μια ‘‘σύνθετη φύση’’ αλλά ταυτόχρονα κυνικός και ιδεαλιστής –ειλικρινής όμως και στις δύο περιπτώσεις»(σελ.15) Η ικανότητά του στην πραγματιστική πολιτική θεώρηση και δράση εκδηλώνεται πολύ νωρίς. Ίσως, όπως αφήνει να εννοηθεί και ο Ε., από τότε που ως πρώην(;) πράκτορας της KGB στην Αγία Πετρούπολη, μετά τη θητεία του στην Ανατολική Γερμανία, γίνεται σύμβουλος του φιλελεύθερου δημάρχου της πόλης Ανατόλι Σομπτσάκ. Καθώς η Ρωσία οδηγείται με μαθηματική ακρίβεια σε απόλυτη οικονομική κατάρρευση, κοινωνική διάλυση και πολιτικό κατακερματισμό –δεδομένα στα οποία ο συγγραφέας αναφέρεται ακροθιγώς-, υπό την ηγεσία του Γιέλτσιν, και ενώ λαμβάνει χώρα ο «εξευτελισμός» του βομβαρδισμού της Σερβίας από το ΝΑΤΟ, η «ομάδα της Αγ. Πετρούπολης», αναλαμβάνει δράση. Ο Πούτιν ως πρωθυπουργός, αρχικά, και ως πρόεδρος, στη συνέχεια, εφαρμόζει το γιγαντιαίο έργο της ανόρθωσης της Ρωσικής Ομοσπονδίας.

Δευτέρα, 18 Απριλίου 2016

Ο Νικολάι Μπερντιάγιεφ για το βιβλίο του Σεργκέι Μπουλγκάκωφ "Ο Καρλ Μαρξ ως θρησκευτικός τύπος"

Mikhail Nesterov, "Φιλόσοφοι" (1917),
Πάβελ Φλορένσκυ και Σεργκέι Μπουλγκάκωφ

Κριτικό σημείωμα στο βιβλίο του καθ. Σεργκέι Μπουλγκάκωφ «ο Καρλ Μαρξ ως θρησκευτικός τύπος» 

Ο Σεργκέι Νικολάγιεβιτς Μπουλγκάκωφ είναι ένας πρώην μαρξιστής, που πέρασε μια προσωπική κρίση, την οποία ο ίδιος την ονομάτισε στον τίτλο της συλλογής «Από τον μαρξισμό στον ιδεαλισμό», και βρήκε διέξοδο απ’ αυτήν στη χριστιανική πίστη. Στην πορεία της μακράς πορείας του, ο Μπουλγκάκωφ βίωσε τις ιδέες του, και όλα όσα γράφει έχουν ενδιαφέρον βιωματικό και όχι ακαδημαϊκό. Η προσπάθεια να κατανοήσει κάποιος τη θρησκευτική ψυχολογία του Μαρξ είναι εξαιρετικά ενδιαφέρουσα, ιδιαίτερα όταν το προσπαθεί ένας πρώην μαρξιστής και νυν χριστιανός.
Ο Μπουλγκάκωφ, εκκινώντας από τη θέση ότι «να προσδιορίσεις το πραγματικό θρησκευτικό κέντρο στον άνθρωπο, να βρεις τον αυθεντικό ψυχικό του πυρήνα, σημαίνει να γνωρίσεις γι’ αυτόν το πιο οικείο και σπουδαιότερο στοιχείο του, έπειτα από το οποίο καθίσταται κατανοητό κάθε εξωτερικό και παράγωγο χαρακτηριστικό. Υπό την έννοια αυτή μπορούμε να μιλήσουμε για θρησκεία σε κάθε άνθρωπο, τόσο για τον αδιάφορο θρησκευτικά όσο και για τον συνειδητό αρνητή κάθε συγκεκριμένης μορφής θρησκευτικότητας».
Ως εκ τούτου, τον, ενσυνείδητα αρνητή κάθε θρησκείας, Μαρξ ο Μπουλγκάκωφ θεωρεί ότι είναι δυνατό να τον ερμηνεύσεις από θρησκευτικής απόψεως. Αναλόγως προσεγγίζει και τον σοσιαλισμό, ο οποίος, εκ πρώτης όψεως, συνιστά φαινόμενο άσχετο με τη θρησκεία.  
«Άλαλη και παθητική η ιστορική σάρκα του σοσιαλισμού μπορεί να εμπνέεται από διαφορετικό πνεύμα και, ανήκουσα αρχικώς στο βασίλειο του φωτός, να είναι ικανή να καταστεί λεία του σκότους».
Η βασική ιδέα του Μπουλγκάκωφ είναι ότι ο Μαρξ έβαλε τη σφραγίδα του πνεύματός του στο ουδέτερο εκ θρησκευτικής απόψεως σοσιαλιστικό κίνημα, και αυτή ήταν η σφραγίδα του μαχητικού αθεϊσμού, αυτό ήταν το αντι-θρησκευτικό και αντι-χριστιανικό πνεύμα.
Ο Μπουλγκάκωφ έκανε χρήση του υπάρχοντος βιογραφικού υλικού για τον χαρακτηρισμό της προσωπικότητας του Μαρξ. Ο Μαρξ ήταν ένας δυσάρεστος άνθρωπος, σ’ αυτόν υπήρχε κάτι το μη αγαθό, αυτό το διαισθάνεσαι στα γραπτά του και επιβεβαιώνεται από τα στοιχεία της βιογραφίας του. 
Αυταρχική αυτοπεποίθηση, ιδού ποιο ήταν το βασικό χαρακτηριστικό του Μαρξ∙ περιφρόνηση προς την ανθρώπινη ατομικότητα, ιδού το δεύτερο χαρακτηριστικό του, το οποίο προσέδωσε ιδιαίτερη χροιά σε όλον τον μαρξισμό. Η καρδιά του Μαρξ ήταν γεμάτη από μίσος και οργή. Ο μαρξισμός μέσα από κακά αισθήματα θέλει να δημιουργήσει ένα καλό μέλλον. Κατά τη γνώμη του Μπουλγκάκωφ, ο Μαρξ ανήκει στον κύκλο των ανθρώπων που είναι εσωτερικά αλλότριοι της τραγωδίας, ανίκανοι ακόμη και να καταλάβουν το θρησκευτικό πρόβλημα που γεννιέται από τη τραγικότητα του ατομικού πεπρωμένου. Ο Μαρξ δεν ήταν άθεος του τύπου του Ιβάν Καραμάζωφ, ο αθεϊσμός δεν ήταν γι’ αυτόν πόνος και τρόμος, αυτός είναι ένας αυτάρεσκος άθεος, ο οποίος επιδιώκει «να ιάσει τους ανθρώπους από τη θρησκευτική παραφροσύνη, από την πνευματική σκλαβιά». Και αυτός ο αθεϊσμός, αυτή η μάχη με τη θρησκεία και τον χριστιανισμό ήταν, κατά τον Μπουλγκάκωφ, η ψυχή της δραστηριότητάς του, ενέπνευσε όλη του τη θεωρία. 
Έπειτα από τα γενικά χαρακτηριστικά της προσωπικότητας του Μαρξ ο Μπουλγκάκωφ διερευνά τις ιδεολογικές ρίζες της κοσμοθεωρίας του. Κατηγορηματικά απορρίπτει τη σχέση του Μαρξ με τον Χέγκελ και επιβεβαιώνει τη σχέση με τον Φόιερμπαχ. «Δεν υφίσταται καμία αλληλοδιάδοχη σχέση μεταξύ του γερμανικού ιδεαλισμού και του μαρξισμού». Μ’ αυτή την κατηγορηματική μορφή ο ισχυρισμός του Μπουλγκάκωφ είναι δύσκολο να υιοθετηθεί. Ο Μαρξ δεν ήταν φιλόσοφος, δεν είχε βαθιά φιλοσοφική παιδεία αλλά η κοσμοθεωρία του είναι στενά συνδεδεμένη με τον εγελειανό πανλογισμό. Ο μαρξισμός εκλογικεύει την ύλη, πιστεύει στην ορθολογικότητα της υλικής διαδικασίας. Ο διαλεκτικός υλισμός είναι μια από τις πλέον τερατώδεις φιλοσοφικές συνθέσεις, αλλά αυτή η πανλογικότητα της υλικής διαδικασίας, ο λογικο-διαλεκτικός χαρακτήρας της εξέλιξης των υλικών παραγωγικών δυνάμεων συνιστά τη ψυχή του μαρξισμού. Ο Μαρξ ήταν παθιασμένος ορθολογιστής, υλιστικός ορθολογιστής, και σε αυτό πήρε πολλά από τον Χέγκελ, αλλά ελάττωσε τον μεγάλο νου του Χέγκελ, τον μετέτρεψε σε μικρό. Οι μεγάλες φιλοδοξίες και οι παραδόσεις του γερμανικού ιδεαλισμού στον μαρξισμό δεν πραγματοποιήθηκαν, αλλά πέθαναν, διακόπηκαν. Όμως το όριο της ορθολογικότητας που επετεύχθη στον εγελιανισμό, στάθηκε η αφετηρία του μαρξισμού. Ο μαρξικός βολονταρισμός αποπνέει ορθολογισμό, πιστεύει στην ορθολογικότητα της υλικής και κοινωνικής εξέλιξης. Πνευματικά συγγενεύει ο Μαρξ με την ορθολογική σχηματοποίηση της παγκόσμιας ιστορίας, την εκλογίκευση της υλικής ζωής του Χέγκελ.